🇬🇧 en el 🇬🇷
mixed reaction noun |
|
|---|---|
|
ανάμεικτες αντιδράσεις, διαφορετικές αντιδράσεις |
Wiktionary Links
- English: mixed reaction
mixed reaction noun |
|
|---|---|
|
ανάμεικτες αντιδράσεις, διαφορετικές αντιδράσεις |